Όταν ακούμε για "ενέργεια" ο νους μας πηγαίνει πρώτ' απ' όλα στο ηλεκτρικό ρεύμα που καταναλώνουμε, στη θέρμανση των σπιτιών και στην κίνηση του αυτοκινήτου μας και δευτερευόντως στην παραγωγή και διακίνηση προϊόντων και γενικότερα στο σύνολο παραγωγικών και οικονομικών δραστηριοτήτων της περιοχής μας, της χώρας και του πλανήτη. Οι σκέψεις αυτές είναι άμεση συνέπεια του αδιαμφισβήτητου γεγονότος ότι η ενέργεια αποτελεί σημαντική παράμετρο οικονομικής ανάπτυξη και βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης.

Η ανακάλυψη της φωτιάς αποτέλεσε ορόσημο στην ανθρώπινη ιστορία, ενώ οι επόμενοι σταθμοί στην πορεία μέχρι σήμερα ήταν η ανακάλυψη της ατμομηχανής, που οδήγησε στη βιομηχανική επανάσταση στα τέλη του 18ου αιώνα και η αξιοποίηση - εκμετάλλευση του πετρελαίου, που συνέβαλλε στην τεχνολογική και οικονομική έκρηξη του 20ου αιώνα.

Οι σταθμοί αυτοί της ανθρώπινης ιστορίας συνδέονται άμεσα με την παραγωγή θερμικής ενέργειας από την καύση ξύλου ή ορυκτών καυσίμων (κάρβουνου, πετρελαίου και τελευταία φυσικού αερίου) και την εν συνεχεία μετατροπή της σε μηχανική, για την απ' ευθείας αξιοποίησή της, ή την παραπέρα παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

Σήμερα, σε παγκόσμιο επίπεδο η ενέργεια παράγεται, κατά κύριο λόγο, από την καύση των ορυκτών καυσίμων. Ωστόσο, το ενεργειακό μοντέλο που ξεκίνησε από τις αρχές του 20ου αιώνα και συνεχίζεται μέχρι σήμερα, δημιουργεί δύο σημαντικά προβλήματα:

Επάρκειας εφοδιασμού: οι παγκόσμιες απαιτήσεις για ενέργεια αυξάνουν συνεχώς, ενώ τα ορυκτά καύσιμα εξαντλούνται με ταχείς ρυθμούς, χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα ανανέωσή τους.
Περιβαλλοντικής επιβάρυνσης: η χρήση των ορυκτών καυσίμων δημιουργεί καυσαέρια, οδηγώντας σε έναν φαύλο κύκλο:

η ανάπτυξη απαιτεί ενέργεια,
η ενέργεια δημιουργεί προβλήματα στο περιβάλλον,
το περιβάλλον υποβαθμίζεται και
δημιουργούνται προβλήματα που δυσκολεύουν τις συνθήκες διαβίωσης και αναστέλλουν την ανάπτυξη.


Τα περιβαλλοντικά προβλήματα εκδηλώνονται με τη διαφαινόμενη κλιματική αλλαγή, που έχει αναδειχθεί σε μείζον θέμα πολιτικής, επιστημονικής, οικονομικής και αναπτυξιακής αντιπαράθεσης. Αιτία της κλιματικής αλλαγής είναι το φαινόμενο του θερμοκηπίου που οφείλεται κατά κύριο λόγο στην ανθρώπινη δραστηριότητα και ειδικότερα στις ανεξέλεγκτες εκπομπές αερίων από την παραγωγή, μεταφορά, διανομή και χρήση της ενέργειας, καθώς το μεγαλύτερο ποσοστό της προέρχεται από ορυκτά καύσιμα.

Για να ανασταλούν τα επιβλαβή περιβαλλοντικά φαινόμενα πρέπει να ληφθούν μέτρα. Επισημαίνεται, όμως, ότι κάθε μέτρο πρέπει να μην αναστέλλει την οικονομική ανάπτυξη, αλλά ούτε και τη συνεχή προσπάθεια για καλύτερες συνθήκες καθημερινής διαβίωσης για όλο και μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού της Γης.

Εξοικονόμηση ενέργειας

Αφού, λοιπόν, μεγάλο μέρος των περιβαλλοντικών προβλημάτων προέρχεται από τον τομέα της ενέργειας, στόχος είναι:
η παραγωγή καθαρής ενέργειας, για τον περιορισμό των εκπομπών καυσαερίων από τους συμβατικούς θερμικούς σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής, και
η βέλτιστη αξιοποίηση των καυσίμων και της διατιθέμενης ενέργειας, με τη μείωση των απωλειών:
κατά τη μετατροπή της ενέργειας από μια μορφή σε άλλη (π.χ. της θερμικής σε μηχανική, της μηχανικής σε ηλεκτρική, κ.λπ.),
κατά τη μεταφορά της ενέργειας από την παραγωγή στην κατανάλωση (π.χ. στις γραμμές μεταφοράς και διανομής της ηλεκτρικής ενέργειας, στα δίκτυα ζεστού νερού ή ατμού, κ.λπ.), και
στην τελική χρήση της ενέργειας, με τη χρήση συσκευών και εξοπλισμού χαμηλής ενεργειακής απόδοσης, όπου για το επιθυμητό αποτέλεσμα (θέρμανση, ψύξη, εξαερισμό ή φωτισμό χώρων, παραγωγή ή επεξεργασία πρώτων υλών ή προϊόντων, κ.λπ.) καταναλώνεται περισσότερη ενέργεια από όση θα ήταν απαραίτητη.


Ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται με:
Την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ), με τις οποίες παράγεται χρήσιμη (αξιοποιήσιμη) ενέργεια χωρίς τη χρήση ορυκτών καυσίμων,
Τη βέλτιστη αξιοποίηση των καυσίμων, χρησιμοποιώντας διαδικασίες παραγωγής ενέργειας με υψηλή απόδοση, ώστε να αξιοποιείται πληρέστερα η χημική ενέργεια που εμπεριέχουν τα ορυκτά ή άλλα καύσιμα. Τις απαιτήσεις της βέλτιστης αξιοποίησης των διατιθέμενων καυσίμων τις καλύπτουν τα συστήματα συμπαραγωγής ηλεκτρισμού και θερμότητας (ΣΗΘ).
Τη μείωση των απωλειών κατά τη μεταφορά, διανομή και, κυρίως, κατά την τελική χρήση της ενέργειας, με τη χρήση ενεργειακά αποδοτικών εγκαταστάσεων και εξοπλισμού και φυσικά με την αύξηση της εξοικονόμησης ενέργειας, αποφεύγοντας τη χρήση ενεργοβόρων συσκευών ή λειτουργώντας τις συσκευές όποτε και όσο είναι απαραίτητο (αναμμένα φώτα την ημέρα, ανοιχτός κλιματισμός και ανοιχτά παράθυρα για εξαερισμό, κ.λπ.).


Με τον τρόπο αυτό αξιοποιούνται:
οι φυσικά ανανεώσιμοι πόροι (ΑΠΕ: ήλιος, άνεμος, νερά, βιομάζα, γεωθερμία), περιορίζοντας τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα,
τα ορυκτά καύσιμα, συμβάλλοντας στην παράταση του χρόνου χρήσης τους, αλλά κυρίως βελτιστοποιώντας το ενεργειακό μίγμα των επιχειρήσεων και της χώρας, που σημαίνει μεγαλύτερη ασφάλεια εφοδιασμού με ενεργειακούς πόρους, και
η διατιθέμενη ενέργεια, μειώνοντας αφ' ενός το κόστος χρήσης της, με συνέπεια την εκλογίκευση της μεταφοράς του κόστους αυτού στα παραγόμενα προϊόντα και υπηρεσίες, και εφ' ετέρου τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις από την παραγωγή, μεταφορά και αξιοποίησή της.


Όπως προαναφέρθηκε, ένας από τους βέλτιστους τρόπους αξιοποίησης των καυσίμων είναι η συμπαραγωγή ηλεκτρισμού και θερμότητας (ΣΗΘ). Η ΣΗΘ δεν είναι ιδιαίτερη τεχνολογία, αλλά συνδυασμός δοκιμασμένων, αξιόπιστων και οικονομικά αποδοτικών τεχνολογιών που, συμβάλλοντας στην κάλυψη της ζήτησης σε ηλεκτρική και θερμική ενέργεια, οδηγούν σε σημαντική εξοικονόμηση πρωτογενούς ενέργειας.